yiannos economou official siteyiannos economou video workyiannos economou statements reviews articlesyiannos economou biographyyiannos economou email, telephone, address

 

Interviews catalogue text personal statemnts

FEAR IS A MAN'S BEST FRIEND

της Zeynep Yasa Yaman

Μετάφραση: Χριστιάνα Μιχαηλίδου

For English here

For Turkish here

 

Ψες το βράδυ είδα ένα όνειρο. Στο όνειρό μου είδα ότι ήμουν ένας βασιλιάς παντρεμένος με μια βασίλισσα. Είχα εφτά παιδιά. Μετά ξύπνησα και χάθηκαν όλα από τα μάτια μου. Και τώρα ένας γιος μου πέθανε. Λυπάμαι για τα εφτά παιδιά που έχασα όσο ήμουν βασιλιάς στον ύπνο μου ή για το γιο μου που έχασα στον ξύπνιο μου; Δεν μπορώ να αποφασίσω. Γι’ αυτό διατηρώ την ψυχραιμία μου .
Τα λόγια αυτά δεν ανήκουν στον Γιάννο Οικονόμου.

Zeynep Yasa Yaman

Από το 1970 μέχρι σήμερα ο Γιάννος Οικονόμου, στα έργα του τα οποία μοντάρει με τη γλώσσα μιας κάμερας κοντά στις νέες ψηφιακές τεχνολογίες και με μετα-δομικές  ορολογίες όπως ”σχιζοφρένεια”, “διαχωρισμός” (Dissociation), “διπλή αναχαίτιση”, “αδιέξοδο”, “έλλειψη προσανατολισμού”, οι οποίες χρησιμοποιούνται στον άξονα τον κριτικών του μοντερνισμού και του μετα-μοντερνισμού, κάνει δουλειές με βίντεο που προβάλλουν τις έννοιες της απεδαφοποίησης, της επαναληπτικότητας, της απομάκρυνσης, του ξεριζωμού. Στις πιο πολλές δουλειές του, αντί να δείξει με ένα ανεμπόδιστο και ευθύ τρόπο τις πολιτικές που αναφέρονται, τις κωδικοποιεί σε πνευματικούς κώδικες που κρύβει στα έγκατα της μνήμης, πλάθει την αντίληψη μιας πραγματικότητας δύσκολης να τη συλλάβει κανείς, μιας πραγματικότητας ποιητικής και αινιγματικής, που χρειάζεται σκέψη. Στα βίντεο αυτά τα οποία βουλιάζουν στην καθημερινή ζωή που την διοικεί η τεχνολογία, προσθέτει τη σιωπή των κοινωνιών που παραμένουν αδιάφορες στη βία και τον φόβο στον οποίο και οι ίδιες συμβάλλουν. Επικεντρώνεται σε ζωτικά τμήματα καλυμμένα με τη σκοτεινή, δυσοίωνη σκιά του νεοκαπιταλισμού, των πολιτικών και των δυνάμεων.
Στα έργα του ο Οικονόμου ο οποίος προβληματίζεται για τα ανθρώπινα συναισθήματα και τις αντιλήψεις μέσα στην κοινωνία, φέρνοντας αντιμέτωπη τη φύση με την τεχνολογία, στην αφήγησή του, στην επιλογή μουσικής και τοποθεσιών- ή στις χαοτικές ακαθόριστες τοποθεσίες που επινοεί ο ίδιος, υπερπηδά τους τοίχους, σε ένα μέρος χωρίς βαρύτητα, εκθέτει μια ματιά λυπημένη, με οίκτο αλλά ταυτόχρονα και χωρίς οίκτο, ερευνητική που πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Δημιουργεί μια περίπλοκη και μυστηριακή εικαστικότητα την οποία συγκεντρώνει με τη σχιζοφρενική μνήμη ενός κόσμου που έχασε τις συντεταγμένες του. Αφενός η απόδραση και το κρύψιμο και αφετέρου η επιθυμία για φυγή, στοιχεία κυρίαρχα στα έργα του, γίνονται η αιτία για να παρακολουθήσουμε από διαφορετικές οπτικές γωνίες τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται, μέσα στη νοηματική και οπτική θολούρα αυτών που παρουσιάζονται. Διαβάζει τον κόσμο μέσα στα πλαίσια μικρών αφηγήσεων. Έναν ανδροειδές κόσμου που μεταλλάζεται, αποξενώνεται, μηχανοποιείται, ένας κόσμος που η παγκοσμιοποίηση εξαπλώνει. Αγγίζει ευαίσθητες στιγμές καθώς και τα συναισθήματα ατόμων και κοινωνιών που δημιουργούν ένα φοβερό για τους ίδιους σύμπαν.     
Και ο Οικονόμου όπως και όλοι οι καλλιτέχνες που προσεγγίζουν τον μοντερνισμό με αμφιβολία, δεν μένει πίσω από τη διερεύνηση όλων των πιθανοτήτων αξιοπιστίας του σύγχρονου κόσμου. Αντί να προστατευτεί από τις δροσερές βρύσες και τη ζέστη των καλοκαιριών με τους μοσχοβολιστούς αγέρηδες, νιώθει ανησυχία για το νόημα της ζωής. Συσχετίζει την ατομική και την κοινωνική συσσώρευση που βρίσκεται σ’ αυτό με την αλήθεια ότι κανείς δεν μπορεί να αποφύγει τη ζωή και το θάνατο. Θέλει να συνεχίσει τον τρόπο ζωής του χωρίς να εγκαταλείπει όλες τις λύπες και τις χαρές και πέραν απ’ αυτά θέλει να κατανοήσει την αλήθεια χωρίς να μπορεί να απελευθερωθεί από τα δεσμά του.
Ο Marshall Bermann στην εισηγητική του έκθεση που έγραψε στο βιβλίο με τίτλο: «Καθετί στερεό ατμοποιείται» εξηγεί με τα πιο κάτω λόγια την αντίφαση του να είναι κανείς μοντέρνος: «όλοι τους δραστηριοποιούνται από τη μια με την επιθυμία για αλλαγή –του εαυτού τους και του κόσμου- και από την άλλη με τον φόβο που γεννά το κομμάτιασμα, η αποδυνάμωση και η διάλυση της ζωής. Όλοι τους γνωρίζουν το φόβο και την αγωνία του να ζεις σε ένα κόσμο όπου κάθε τι που δεν είναι στερεό ξεθυμαίνει και φεύγει.
Το να είναι κανείς μοντέρνος σημαίνει να ζεις μια ζωή γεμάτη με παράδοξα και αντιφάσεις. Μοντερνισμός σημαίνει να ελέγχει κανείς την κοινή ζωή, να ζει κάτω από τη σκιά των γιγαντιαίων γραφειοκρατικών οργανισμών που τις περισσότερες φορές έχουν τη δύναμη να εξαφανίζουν, αλλά και πάλι να μη διστάζει έστω και για μια στιγμή να αντιτίθεται στις δυνάμεις αυτές για να αλλάξει τον κόσμο, να τον κάνει δικό μας. Ταυτόχρονα να είναι και επαναστάτης και συντηρητικός, να τον κυριεύει ο φόβος απέναντι στο μηδενιστικό βάθος που προκαλούν οι περιπέτειες και οι καινούργιες εμπειρίες, να δημιουργεί καινούργια πράγματα έστω και αν όλα γίνονται ατμός και φεύγουν και με την απαίτηση να αρπαχτεί από αυτά να καίγεται και να λαμπαδιάζει. Ακόμη μπορεί να λεχθεί ότι το να είναι κανείς μοντέρνος με όλη τη σημασία της λέξης σημαίνει να είναι και λίγο αντιμοντέρνος.
Ο Οικονόμου, που ζει στην Πάφο η οποία περιλαμβάνεται στη λίστα για την Προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς, όσο η Κύπρος εκμοντερνίζεται αυτός μένει μακριά από την ατμοποίηση που συντελείται σε αυτό το μικρό μέρος της που επιμένει να εκμοντερνίζεται. Αν είναι δυνατόν, αντιπαλεύει με τις αμφιβολίες και με ερωτήματα σχετικά με το αν μπορεί να πραγματοποιηθεί αναγέννηση μέσα στο χάος και το λευκό θόρυβο . Είναι η ίδια πρόκληση, ο ίδιος φόβος και η ίδια ειρωνεία που συνδέει τον «Λευκό Θόρυβο» του Don DeLillo του 1985 με την άκρως επιθετική και γεμάτη θυμό μουσική του σκοτεινού, βρώμικου και θορυβώδους White Light/White Heat που έγραψε ο John Cale με τους The Velvet Underground το 1968. Για να το πούμε αλλιώς, μαρτυρεί με την τέχνη του ότι καθετί μοντέρνο ξεθωριάζει. Ο Οικονόμου δεν μπορεί να κρυφτεί στην προφυλαγμένη ιστορική γεωγραφία της Πάφου. Επικεντρώνεται στο τρομακτικό φως της καθημερινότητας. Η απόδραση από το δυνατό συναίσθημα του φόβου το οποίο δεν μπορούμε να εκφράσουμε και τα ζεστά όσο να γυαλίσει το άσπρο φως που βρίσκεται πάνω από τα κεφάλια μας υλικά, κάνουν το “Three Monkeys” να προβληματίζει. Το λευκό φως, η λάμψη δεν σε αναγκάζουν να βρεις καταφύγιο στον λευκό θόρυβο. Η δουλειά του Οικονόμου είναι να δείξει τι βρίσκεται κάτω από τις κατευθυνόμενες σκέψεις.
Δεν είναι σύμπτωση το ότι το παραμύθι του Samed Bahrengi “Το μικρό μαύρο ψαράκι” που προτείνεται ως κεντρική ιδέα της έκθεσης “Το μικρό μαύρο ψαράκι” κάνει τον Γιάννο Οικονόμου να προβληματιστεί πάνω στο ότι όταν ο φόβος κάνει το μυαλό να παραλύσει, εμποδίζει τους ανθρώπους και τις κοινωνίες, όπως συνέβηκε και στη φανταστική κοινωνία των ψαριών, να προχωρήσουν προς την ανεξαρτησία. Αυτό το παραμύθι είναι γεμάτο με στοιχεία που υποδηλώνουν την νεότητα και την υπόστασή του.
Με τη γλώσσα μιας παράστασης εξοπλισμένης με τη σύγχρονη τεχνολογία, με μια μορφή παρόμοια με εκείνη που έδωσε κάποτε ο William Turner, κάνει και να  θολώσουν αλλά και να φαίνονται τα φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα και τα τραύματα που πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν να ζήσουν, δεν τα βιώνουν ή δεν μπορούν να τα παρατηρήσουν αφού ακολουθώντας μια πορεία που μοιάζει με παρουσίαση μιας αινιγματικής προοπτικής, μοιάζει με πορεία που με τη βοήθεια της φαντασίας θυμίζει δραματοποίηση ενός πλαισίου καταστροφικού, ρομαντικού, παραμυθένιου, με φυσικές καταστροφές και άλλα ατμοσφαιρικά φαινόμενα, με τον αγώνα αυτών που βρίσκονται μέσα στα πλοία οι οποίοι αρνούνται να παραδοθούν στα κύματα, στις τρικυμίες, στη δύση και την ανατολή του ήλιου, οι οποίοι καταφεύγουν στο μυστήριο της φύσης απαρνούμενοι το φορτίο της τεχνολογίας. Δεν θέλει και να μοιραστεί ξεκάθαρα τις σκέψεις του με τον θεατή, σκέψεις όπως ότι αποφεύγει μια ξεκάθαρη πρόταση για το τέλος αυτού του θρίλερ. Χειρίζεται τα θέματα με μια γλώσσα πνευματική την οποία το μάτι δεν μπορεί να αντιληφθεί αλλά μπορεί να την αισθανθεί. Με μια ανυπεράσπιστη, φρικαλέα, ανελέητη, θολή, ανεπαίσθητη, υποχρεωτική διαύγεια-συννεφιά. 
Η ματιά του Οικονόμου στα φαινομενικά αχρησιμοποίητα πολυβολεία, προσπερνώντας τα μοντέρνα πολεμικά οχυρά που είναι διάσπαρτα σε όλες τις μεριές της Κύπρου, αυτά τα άνευ σημασίας απειλητικά τείχη στον κλειστοφοβικό λαβύρινθο που δημιουργήθηκε, η μεταμόρφωση σε ανεξήγητες τηλεοπτικές εικόνες προς την κατεύθυνση της ξεκάθαρης γνώσης, θυμίζει την ερώτηση του Michel Serres “ποιος θα με μάθει πώς να σκέφτομαι;” Η μετατροπή των κωδικοποιημένων μηνυμάτων μέσω τηλεόρασης, σε μια μορφή που μπορεί κανείς να δει και να ακούσει, σου φέρνει στο μυαλό την αναγκαιότητα να ξαναδιαβάσεις τους ξεχασμένους μύθους του La Fontaine. Η συσχετισμός που κάνει τον φόβο και τα βιώματά του τα οποία κουρνιάζουν στην αύρα των σχεδιασμένων από τον άνθρωπο και τοποθετημένων στη φύση πολυβολείων να πλησιάζουν στο “Λευκό Θόρυβο” του  Don DeLillo, βρίσκεται στην έμφαση που δίνει η μετά-βιομηχανική κοινωνία στην αδυναμία της ψυχικής υγείας βρισκόμενη στο επίκεντρο των ολοένα αυξανόμενων τεχνολογικών καινοτομιών και επιστημονικών ερευνών οι οποίες μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο κέρδισαν σταδιακά έδαφος όπως αναφέρονται και στο βιβλίο του Aldous Houxley: “Θαυμαστός καινούργιος κόσμος”.
Ο Houxley κριτικάρει αμέσως μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο την κατάσταση αυτή με μια γλώσσα ειρωνική: “Όσοι υπηρετούν την ανθρωπότητα αξίζουν περηφάνια και μνημόνευση. Ας οικοδομήσουμε ένα πάνθεον για τους δασκάλους. Αυτόν τον τόπο λατρείας θα τον έφτιαχνα ανάμεσα στα ερείπια μιας από τις πόλεις της Ιαπωνίας ή της Ευρώπης που έχουν ισοπεδωθεί και στην είσοδο της κρύπτης θα σκάλιζα με γράμματα μεγέθους δύο μέτρων το καθένα τα εξής απλά λόγια: είναι αφιερωμένο στη μνήμη των παγκόσμιων παιδαγωγών. Su monumentum requiris sircumspice. (εάν ψάχνεις για το μνημείο κοίταξε γύρω σου) ”
Το βίντεο “o φόβος είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, 2010” αρχίζει με τη βουβή μοναξιά του πολυβολείου μέσα στη φύση το οποίο πολυβολείο θυμίζει ένα πορτρέτο με τα μάτια του λαξευμένα και το οποίο ξεκαθαρίζει αποσαφηνιζόμενο μέσα στην λευκότητα. Έχει την έμπειρη βαρύτητα ενός μοναχικού ηλικιωμένου προσώπου με άσπρα μαλλιά. Οι ιστοί των αραχνών που έχουν πιαστεί στα παρατηρητήρια και στους τοίχους του περήφανου και ολόρθου πολυβολείου που όσο περνά ο καιρός φθείρονται και οι ρίζες των φυτών, μισανοίγουν μια πόρτα στο μυστικό παρελθόν του αντανακλαστικού της προστασίας.
Ο Οικονόμου στο έργο του για να προστατέψει τα ιδανικά του, τη θρησκεία του, τον πολιτισμό του, τη ψυχή του, την περιουσία του που είναι σκορπισμένα σε πολλά μέρη της Κύπρου επικεντρώνεται στα πνευματικά ανοίγματα των ομολογιών που περιορίζουν τη ματιά διαβάζοντας τα εγκαταλελειμμένα πολυβολεία από μέσα. Ακολουθεί κατά πόδας το χάρτη του φόβου που σχηματίζεται στη γεωγραφία της Κύπρου. Το όνομα που έδωσε στο βίντεο είναι παρμένο από το τραγούδι: “Ο φόβος είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου” από το άλμπουμ του John Cale  “Φόβος“. Σε κάνει να νιώθεις ότι σκεφτόσουν εδώ και πολύ καιρό για αυτόν τον “καλύτερο φίλο“ που είναι το ρεφρέν του τραγουδιού του Οικονόμου. Το συναίσθημα που εκφράζει το λυρικό μέρος είναι το εξής: η μουσική η οποία παίρνει μορφή με τη φασαρία και το θυμό μετατίθεται με τους ήχους της φύσης και μετατρέπεται σε “λευκό θόρυβο”. Ο θεατής μπορεί να θέλει να τραγουδήσει από μέσα του το τραγούδι του John Cale ”Φόβος”.
Για την κυπριακή κοινωνία με την πρώτη ματιά αυτά τα κτίρια τα οποία φέρνουν στον νου το διαχωρισμό, το κομμάτιασμα, την άμυνα και την μη άμυνα, τον πόλεμο,  είναι, με τα μνημειώδη μυστήρια της φύσης, ξεκάθαροι υποκινητές για όνειρα μέρα μεσημέρι, για εικόνες, για ψευδαισθήσεις.  Τα πολυβολεία που κτίστηκαν μετά τον πόλεμο από τους μεγάλους για τους μικρούς και τα οποία σήμερα έχασαν το νόημά τους και χρησιμοποιούνται σαν ξεχασμένη αλάνα για παιχνίδια , όταν τα αντιλαμβάνεται κανείς σαν εικόνες παρωχημένων αμυντικών κτισμάτων σου φέρνουν τότε στο μυαλό και την αθωότητα, τη βιασμένη παρθενιά, και τα τρομερά και λαμπερά οράματα αλλά και τις απόψεις των προασπιστών. Από την άλλη πλευρά είναι σαν ένα εσωτερικό υπαίθριο σινεμά που καλεί αυτούς που θυμούνται να ξαναζωντανέψουν τις εμπειρίες τους.  Τα πολυβολεία που ρουφούν μέσα τους τον Οικονόμου, γίνονται το μέσο για να ενώσουν και να χωρίσουν σε φανταστικά καλειδοσκοπικά κολάζ- παρόλο που ο ίδιος αντιστέκεται και δεν αλλάζει- τις πνευματικές διαδικασίες που τραβούν και βγάζουν από τις αποθήκες τις φυλαγμένες αναμνήσεις του. Αυτή η αναλυτική, ολισθηρή, κυβιστική, πολιτική που επικεντρώνεται στο αντικείμενο εμποδίζει από μια πλευρά να φανούν οι άλλοι ή δείχνει τα εμπόδια που τίθενται. Σαν να έχει στα χέρια του ένα ακροθέτη που κάνει περίπατο μέσα στη μήτρα της κυπριακής φύσης κατευθύνει την κάμερά του προς τις αυξημένες εικόνες που παράγονται μέσω των ηχητικών κυμάτων, τις δονήσεις και τις αλλαγές στη μορφή των κρυστάλλων που βρίσκονται μέσα. Προχωρά μέχρι να φτάσει σε ένα σημείο όπου τα ηχητικά κύματα που εγκαταλείπουν τον ακροθέτη θα αντικατοπτριστούν μέσα στο σώμα, θα σπάσουν ή θα απορροφηθούν και θα μετατραπούν σε θερμότητα. Αντικατοπτρίζει στο μόνιτορ τους μαύρους πληγωμένους ιστούς που αιχμαλωτίζει. Μοιράζει την εικόνα που μεταδίδεται και την παρουσιάζει στο θεατή σαν ένα φιλμ. Ο Οικονόμου κρυσταλλώνοντας και πολλαπλασιάζοντας όσα δεν μπορεί να δει και ενώ μεταφέρει στην οθόνη του με εικόνες που θυμίζουν την τεχνολογία του μαγνητικού τομογράφου και των υπερήχων, από μια πλευρά εμποδίζει σπάζοντας συνειδητά τις οπτικές και λεκτικές δομές. Και ακόμα και όταν καθετί ατμοποιείται και φεύγει με τρόπο παρόμοιο με αυτό που περιγράφει ο Marshall, αυτός καίγεται από την επιθυμία να δημιουργήσει πραγματικά πράγματα και να πιαστεί απ’ αυτά; Για να μπορέσει να δει την πιο ψηλή αντίθεση ιστών έχοντας ως σκοπό να παρακολουθήσει μια πιθανή καινούργια γέννηση ανάμεσα στα αποσυντεθειμένα πίξελ στα οποία κρύβονται οι φωνές οι οποίες σαν να έχουν κάνει όρκο θανάτου ψάχνει τομές σε διάφορα επίπεδα και ταυτόχρονα αντανακλά στο μόνιτορ τις πραγματικές εικόνες επωφελούμενος από τα ηχητικά κύματα που βρίσκονται σε συχνότητες που δεν μπορεί να ακούσει το ανθρώπινο αυτί. Ψάχνει ενδελεχώς (στο κείμενο γράφει κτενίζει) στη μήτρα της Κύπρου την πιθανότητα μια καινούργιας γέννησης, την παρακολουθεί. Σαν επί καθήκοντι ιατρός δεν αρκείται με όσα βλέπει και βιώνει και γι’ αυτό δοκιμάζει να χρησιμοποιήσει τις μεθόδους της μαγνητικής τομογραφίας και των υπερήχων. Λες και θέλει να επωφεληθεί και από αυτές τις μεγάλες τεχνολογικές εξελίξεις που εμφανίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70, για να εξετάσει την κοινωνία. Παρά τη διάγνωση που κάνει, δυσκολεύεται στην εύκολη επεξήγηση του άσπρου και του μαύρου που δυσχεραίνουν τον σχολιασμό των εικόνων και στην επεξήγηση του πώς σχηματίστηκαν οι γκρίζοι τόνοι.
Βάζει σε κίνηση την χαμένη μνήμη. Ο Οικονόμου φυλακίζει στην κάμερα τους τοίχους που έχουν μετατραπεί σε ερείπια, τους ήχους, τα πλάνα του συσσωρευμένου στο λευκό τζάμι παρελθόντος που εκτείνεται μέχρι το μέλλον. Αυτοί οι αχρείαστοι, προσωρινοί τοίχοι που φτιάχτηκαν για το λαό παρόλο που δεν μπορούν να τον προφυλάξουν από κανένα φυσικό εμπόδιο μετατρέπονται σε έναν μετωνυμικό αποδεικτικό που κλειδώνει τον θεατή στην κυπριακή ιστορία και τα κοινωνικά αδιέξοδα. Ο Οικονόμου μας δίνει τη δυνατότητα να σκεφτούμε βιώματα σχετικά με τα μεγάλα τείχη που έκτισαν οι στρατηγικές και οι πολιτικές προτιμήσεις, ακολουθώντας τα ίχνη των συνόρων που καταστρέφονται και υποχωρούν μπροστά στην τεχνολογία, τη φυσική αντίληψη και τη νέα κουλτούρα της παγκοσμιοποίησης. Μισανοίγει την πόρτα στους ήχους και τις εικόνες της φύσης και της τοποθεσίας. Διαφοροποιεί την αντίληψη της φύσης και του σώματος. Το βίντεό του μπορεί να αξιολογηθεί σαν ένα σύντομο φιλμ ή σαν ένα είδος ντοκιμαντέρ που τραβήχτηκε χωρίς να έχει καταφύγει στις γνώμες ειδικών, χωρίς να έχει ακούσει τα πρέπει για ένα ξεκάθαρο, υπαγορευμένο ήχο ή λόγο μέσα στο βαθύ καθρέφτισμα αναμνήσεων, σε μια μορφή στην οποία ίσως δεν είμαστε συνηθισμένοι.
Οι ήχοι και οι εικόνες που αντικατοπτρίζονται από τη πανίδα και τη χλωρίδα που ξυπνά με το πρώτο καλοκαίρι, που αυξάνεται και πληθαίνει, τα τιτιβίσματα των πουλιών, τα λαλήματα των πετεινών, τα γαυγίσματα των σκύλων, τα γκαρίσματα των γαϊδάρων, οι ακρίδες, τα τζιτζίκια, οι χελώνες, οι μύγες απλώνονται αργά μέσα σε ένα λευκό θόρυβο και εξαφανίζονται. Και σ’ αυτή την ασπρίλα ανακατεύεται μέσα στον ήχο των ποδιών ο ήχος των σφυριών που σε κάνουν να νιώσεις τα στριμωγμένα στο χώρο ερωτήματα και τη δημιουργία τους ξανά και ξανά: τακ τακ, ραπ ραπ. Όταν η κάμερα που περιπλανιέται στα διάφορα τμήματα των αμυντικών κτισμάτων που μετατρέπονται σε λαβύρινθο εστιάζεται στο άνοιγμα του παρατηρητηρίου, ανάμεσα στους ήχους που μπερδεύονται μεταξύ τους οι πιο ακαθόριστοι και πιο τρομεροί είναι οι χαμηλωμένοι ακαθόριστοι ήχοι που ακούγονται, συγκαλυμμένα κομμάτια μαζεμένα από τους στρατιώτες, τους πολεμιστές, τους ανθρώπους που χρησιμοποίησαν τα πολυβολεία. Φωνές ισχύος, συμφωνίες των εθνικιστών που το μυαλό τους είναι πορωμένο με δόγματα, των μιλιταριστών που απαντούν με ένα στόμα στους αρχηγούς των δυνάμεων με σλόγκαν και όρκους οργανωμένους. Οι ηλεκτρονικοί ήχοι των νεκρών ψυχών που εμποδίζονται να φτάσουν από τον άλλο κόσμο στο αυτί, μπερδεύονται με τα ηλεκτρονικά φαντάσματα (Φαινόμενο ηλεκτρονικής φωνής EVP). Αυτή η παραψυχολογική προσέγγιση, είναι το DNA του φόβου που έχει εισχωρήσει στα γονίδιά μας, είναι η αντανάκλαση μια βίαιης έκρηξης που έγινε στο παρελθόν και τώρα φτάνει σε μας από τον άλλο κόσμο σαν μετάδοση μικροκυμάτων που κινούνται σε κάθε μέρος του σύμπαντος; Ο Οικονόμου προβληματίζεται για το φόβο ως ένα μεταφυσικό φαινόμενο και για τις δυνατότητες της λαϊκής γνώσης με αυτά που είναι μεταφυσικά. Όπως και στην ταινία του Jason Λευκός Θόρυβος, επιστρέφει πίσω στο φόβο που δημιουργούν οι εικόνες και οι ήχοι που έρχονταν από τα έγκατα του θανάτου μέσα στη θορυβώδη πραγματικότητα των μεγαλουπόλεων, την μοντέρνα ζωή των πόλεων, τη μοντέρνα τεχνολογία, επιστρέφει στο ταξίδι του θανάτου το οποίο είχε  τραβηχτεί  από το σκοτάδι στο λευκό φως. Γίνεται αιτία να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν μπορούμε να γλυτώσουμε από το φόβο αυτό σπάζοντας την οθόνη που αιχμαλωτίζει τις κακές εικόνες.  Το βίντεό του, το οποίο τελειώνει με το μαύρο, της εσωτερικής του κίνησης, μέσα σε ένα στατικό λευκό πλαίσιο που το πετυχαίνει με τη γλώσσα μιας κάμερας Suprematist η οποία ξεφεύγει από την ξεκάθαρη παρουσίαση, θυμίζει τον Kasimir Malevih και το Μαύρο τετράγωνο που βρίσκεται πάνω σε λευκό και το οποίο ονομάστηκε από τους κριτικούς του Τετράγωνο του Θανάτου. Καταγράφει με μια καινούργια κοσμική γλώσσα τα εγκόσμια και όπως και ο Malevich αναρωτιέται αν είναι δυνατή ή όχι η στροφή προς μια καινούργια γέννηση από το λευκό και την αγνότητα. Από τη γωνιά της Ορθοδοξίας που βρίσκεται μέσα στην πολύπλοκη για τον ίδιο ιστορία της παγκόσμιας τέχνης, ανοίγει μια μικροσκοπική κοιλότητα.
Συνεχή διαφορετικά βιώματα, προνομιούχα, που ευνοούν το διαχωρισμό, σε μια κοινωνία που αποτελείται από πρόσφυγες, εξόριστους και τους Κύπριους που ζουν μέσα στα σύνορα διαφορετικών περιοχών του ίδιου νησιού μεταφέροντας το φορτίο της ιστορίας, επιδρομείς πεινασμένοι για κέρδος και δόξα, εθνικιστές αποφασισμένοι να προστατεύσουν μέσα σε μια πετυχημένη εταιρική ακεραιότητα τα χώματά τους με οποιοδήποτε τίμημα φαίνονται αποφασισμένοι να μετατρέψουν το γεωγραφικό αυτό χώρο φυσικά και συναισθηματικά σε ερείπια και να περάσουν τις ζωές τους ξεκούραστοι στο κρεβάτι του Προκρούστη. Ο Οικονόμου στην μια πλευρά, χωρίς να παίρνει θέση, προσπαθεί να προβληματιστεί για τον μιλιταρισμό που συνεχίζεται στο όνομα ενός άκομψου και ασυνείδητου είδους δουλείας, στο νέο αυτό ολοκληρωτικό άξονα στον οποίο τα σύνορα έπεσαν και  τα κέντρα άλλαξαν τον τόπο μετά τα αυξανόμενα λεφτά. Στον κόσμο των αλλαγών αυτών αντιλαμβάνεται ότι καθετί που αγκαλιάζεται σφικτά μπορεί να χαθεί αλλά τίποτα δεν μπορεί να εξαφανιστεί. Κάνει ένα είδος διαλογισμού, συνεχίζοντας να ελπίζει μέσα στην αναζήτηση του φωτός και της γνώσης του νοήματος της ύπαρξής του. Χώνει στο μαγικό κόσμο των καλλιτεχνών συνομιλίες με νεκρούς με μια συνειδητή φαντασία ότι αυτά είναι δουλειές του σατανά. Το βίντεο του Οικονόμου που το φτιάχνει με τις αναμνήσεις που έχει στην οθόνη του μυαλού του και το αίσθημα του σεβασμού που είναι ανάμικτο με τον φόβο που προκαλεί μέσω αυτού, πρέπει να σχετίζεται με προφητείες που ο ίδιος επιχειρεί.
Τηλεοπτικές εικόνες που οδηγούν στο σημείο εξόδου και σχετίζονται με τα φοβερά γεγονότα που παρακολούθησε κανείς λίγα χρόνια πριν στη γραμμή η οποία χωρίζει τους ήδη χωρισμένους λαούς. Αυτή η κομματιασμένη εικόνα μέσα σε ανακατωμένα δεδομένα που είναι αδύνατον να μετατραπούν σε οποιαδήποτε γνώση ή πληροφορία είναι κάτι περισσότερο από μια ηλεκτρονική ψυχή που προκάλεσε η ιστορία η οποία είναι γεμάτη με φαντάσματα και οι αποφάσεις που δεν μπορούν να αλλάξουν. Μόνο στο μηδέν, στο λευκό θόρυβο, στο χάος μια καινούργιας δημιουργίας μπορεί να γεννηθεί. (ακριβώς έτσι μεταφράζει τα λόγια σου…. )

Αυτά τα λόγια ανήκουν στον Γιάννο Οικονόμου

Γνωμικό της Άπω Ανατολής.

Λευκός θόρυβος είναι ο θόρυβος και η επίδρασή του που προέρχονται από τις συχνότητες του ήχου που μπορεί να ακουστεί. Έρχεται στην ίδια συχνότητα και στην διάρκεια του ιδίου χρόνου. Έχει ιδιότητες παρόμοιες με αυτές του λευκού φωτός το οποίο περιέχει όλες τις συχνότητες του φάσματος του φωτός που υπάρχει στη φύση. Για σύντομες πληροφορίες σχετικές με τον λευκό θόρυβο μπορείτε να ανατρέξετε στις πιο κάτω σελίδες: http://en.wikipedia.org/wiki/White_noise ve http://www.wisegeek.com/m/what-is-white-noise.htm

Η Zehra Şonya (1973) μας πληροφόρησε ότι τα πολυβολεία τα οποία ήταν διάσπαρτα σε όλη την Κύπρο, μετά τον πόλεμο μετατράπηκαν σε αλάνες για να παίζουν τα παιδιά και αργότερα αφού γκρεμίστηκαν στη θέση τους κτίστηκαν πολυκατοικίες.

Εξάρτημα το οποίο λειτουργεί όπως το μάτι και το αυτί του μηχανήματος των υπερήχων, παράγει ηχητικά κύματα και αντιλαμβάνεται τις αντανακλάσεις.

Yiannos Economu, http://www.yiannoseconomou.net/pages/works_Fear.html (Accessed: 11 March 2011).